
Η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη να προσπαθεί να “δικαιολογήσει” την τροπολογία για τον Άγνωστο Στρατιώτη, μέσα από το μικρόφωνο του Άρη Πορτοσάλτε, δεν ήταν απλώς πολιτικά ατυχής. Ήταν ανθρωπικά αποκρουστική.
Γιατί πίσω από το προσωπείο του “θεσμικού” πρωθυπουργού, ξεπρόβαλε ξανά ο ψυχρός, αλαζονικός διαχειριστής της εξουσίας, που αντιμετωπίζει την κοινωνία με καχυποψία και τους πολίτες ως ενοχλητικούς υπηκόους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί μια χουντικής έμπνευσης διάταξη που ουσιαστικά απαγορεύει τη δημόσια μνήμη και τη διαμαρτυρία. Προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: εμπαίζει τις οικογένειες των νεκρών των Τεμπών, εκείνων που θρηνούν τα παιδιά τους και ζητούν απλώς δικαιοσύνη.
Με ωμότητα και απύθμενο κυνισμό, τους υπέδειξε να πάνε στην Τεχνόπολη — «αφού υπάρχει εκεί μνημείο».
Πρόκειται για φράση που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αναισθησίας και φτάνει στα χωράφια της ηθικής έκπτωσης.
Δεν είναι πια θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι θέμα αξιών.
Όταν ο πρωθυπουργός μιας χώρας θεωρεί ότι μπορεί να ορίζει πού επιτρέπεται το πένθος, πού χωράει η οργή και πού όχι, τότε έχει ήδη αποτύχει στον ρόλο του ως ηγέτης.
Και όταν, επιπλέον, υπονοεί πως οι γονείς των θυμάτων “εργαλειοποιούνται”, τότε προσβάλλει όχι μόνο τη μνήμη των παιδιών τους, αλλά και την ίδια την έννοια της κοινωνικής αξιοπρέπειας.
Η τροπολογία για τον Άγνωστο Στρατιώτη δεν είναι “αυτονόητη διάταξη”. Είναι ο καθρέφτης μιας εξουσίας που φοβάται τη διαμαρτυρία, που ενοχλείται από την κοινωνική παρουσία, που προτιμά τα μνημεία σιωπηλά και τους πολίτες υπάκουους.
Η “σιωπηλή πλειοψηφία” που επικαλέστηκε ο Μητσοτάκης δεν είναι παρά το φάντασμα μιας κοινωνίας που δεν υπάρχει. Γιατί η πραγματική Ελλάδα δεν σιωπά, δεν ξεχνά και δεν υποτάσσεται στη “νομιμότητα” της συγκάλυψης.
Και όσο ο πρωθυπουργός επιμένει να αντιμετωπίζει τη δικαιολογημένη οργή των πολιτών ως απειλή, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα σε εκείνον και τη χώρα που κυβερνά.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλο έναν ψυχρό “μάνατζερ” της εξουσίας. Χρειάζονται έναν άνθρωπο που να κατανοεί ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι υπόθεση επικοινωνίας, αλλά πράξη ευθύνης.
Αντί να ζητήσει συγγνώμη, επιλέγει να ειρωνευτεί.
Αντί να σταθεί στο πλευρό των θυμάτων, επιλέγει να κρυφτεί πίσω από τη “θεσμικότητα” και να πετάξει το μπαλάκι στον Δένδια.
Και αν κάτι φανέρωσε αυτή η συνέντευξη, είναι πως ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν κατανοεί πια τον παλμό της κοινωνίας που υποτίθεται πως υπηρετεί.
Δεν βλέπει δάκρυα, βλέπει “εικόνα που δεν του αρέσει”.
Δεν ακούει φωνές δικαιοσύνης, ακούει “οχλαγωγία”.
Δεν στέκεται δίπλα στους πολίτες, στέκεται απέναντι.
Κι αυτό, δεν είναι πολιτική πράξη.
Είναι αποκάλυψη χαρακτήρα.
Φίλιππος Καραγιώργης
Γραμματέας Π.Ο. Βορείου Αιγαίου
Κίνημα Δημοκρατίας


